Η «σιωπηλή πανδημία» του τζόγου: Όταν η πολιτεία σπρώχνει τη νεολαία στον εθισμό με το σύνθημα «Παίξε, παίξε, παίξε»
Ζούμε σε μια εποχή όπου οι εξαρτήσεις δεν κρύβονται πλέον στα σκοτεινά σοκάκια ή στα παράνομα υπόγεια. Έχουν μπει επίσημα στα σπίτια μας, στα κινητά μας τηλέφωνα, φωτίζουν τις οθόνες των παιδιών μας και, το πιο ανησυχητικό, διαφημίζονται αδιάκοπα ως ένα ακόμη κομμάτι της καθημερινής ψυχαγωγίας.
Με αφορμή τη συνέντευξη της ψυχιάτρου και πρώην διευθύντριας του «18 ΑΝΩ», Κατερίνας Μάτσα, στο Vidcast του alfavita.gr και στον δημοσιογράφο Νίκο Λούρδα, έρχεται ξανά στο προσκήνιο ένα σοβαρό κοινωνικό ζήτημα: ο τζόγος δεν είναι απλώς μια ατομική επιλογή. Είναι μια τεράστια νόμιμη αγορά, η οποία φορολογείται από το κράτος και προβάλλεται έντονα μέσα από τη διαφήμιση, την ψηφιακή τεχνολογία και τη στενή σύνδεσή της με τον αθλητισμό.
Η ψευδαίσθηση της ασφάλειας: Το «ήσυχο» παιδί που καταστρέφεται
Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα του σύγχρονου εθισμού στον διαδικτυακό τζόγο είναι η αόρατη φύση του. Σε αντίθεση με άλλες μορφές εξάρτησης, ο άνθρωπος που παίζει παθολογικά δεν χρειάζεται να λείψει από το σπίτι, δεν ξενυχτά απαραίτητα έξω και δεν παρουσιάζει πάντοτε άμεσα ορατές ενδείξεις που θα κινητοποιήσουν την οικογένειά του.
- Η παγίδα του σαλονιού: Το παιδί ή ο νέος μπορεί να κάθεται στο δωμάτιό του μπροστά από έναν υπολογιστή ή κρατώντας ένα smartphone. Οι γονείς, βλέποντάς τον «ήσυχο» και εντός σπιτιού, μπορεί να θεωρούν ότι όλα κυλούν ομαλά, ενώ η δραστηριότητα παραμένει σχεδόν αόρατη.
- Η καθυστερημένη αποκάλυψη: Σε αρκετές περιπτώσεις, η οικογένεια αντιλαμβάνεται το πρόβλημα όταν αυτό έχει ήδη αποκτήσει σοβαρές οικονομικές και ψυχοκοινωνικές συνέπειες: χρέη, δανεισμό, απώλεια χρημάτων, συγκρούσεις και διάλυση της καθημερινότητας.
Η πολιτική αντίφαση: Το κράτος ως ρυθμιστής και εισπράκτορας
Ιδιαίτερη σημασία έχει η πολιτική διάσταση του προβλήματος. Η Κατερίνα Μάτσα ασκεί ευθεία κριτική στον ρόλο του κράτους, υποστηρίζοντας ότι ο τζόγος δεν προβάλλεται απλώς, αλλά προωθείται μέσα σε ένα περιβάλλον που διαρκώς καλεί τον πολίτη να παίξει.
Η κριτική αυτή αποκτά μεγαλύτερο βάρος όταν δούμε την αντίφαση που υπάρχει: το κράτος από τη μία πλευρά θεσπίζει κανόνες προστασίας και εποπτεύει την αγορά και, από την άλλη, αντλεί σημαντικά φορολογικά έσοδα από μια δραστηριότητα που μπορεί να προκαλέσει σοβαρή κοινωνική βλάβη.
Ο ίδιος ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας επισημαίνει ότι τα οικονομικά συμφέροντα γύρω από τον τζόγο μπορούν να λειτουργήσουν ως εμπόδιο στη λήψη αυστηρότερων μέτρων δημόσιας υγείας.
Η βιομηχανία της διαφήμισης
Η τηλεόραση, το ραδιόφωνο, τα γήπεδα, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και το διαδίκτυο έχουν γεμίσει με διαφημίσεις στοιχηματικών εταιρειών. Ο τζόγος συνδέεται με τον αθλητισμό, τη διασκέδαση, την παρέα και την υπόσχεση μιας γρήγορης νίκης.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αναφέρει ρητά ότι η εμπορευματοποίηση και η ψηφιοποίηση του τζόγου, σε συνδυασμό με τη διαφήμιση, τις χορηγίες και τη σύνδεσή του με δημοφιλή αθλητικά και πολιτιστικά γεγονότα, συμβάλλουν στην κανονικοποίησή του και στην αύξηση της συμμετοχής.
Το πρόβλημα επομένως δεν περιορίζεται στο αν υπάρχει η προειδοποίηση «παίξε υπεύθυνα». Το ουσιαστικό ερώτημα είναι πόσο αποτελεσματική μπορεί να είναι μια τέτοια προειδοποίηση όταν ο πολίτης βομβαρδίζεται ταυτόχρονα από μηνύματα που του υπενθυμίζουν διαρκώς ότι μπορεί να στοιχηματίσει.
Μια αγορά που μεγαλώνει
Τα επίσημα στοιχεία της Επιτροπής Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων καταγράφουν μια ιδιαίτερα μεγάλη και αναπτυσσόμενη νόμιμη αγορά τυχερών παιχνιδιών στην Ελλάδα, με το διαδικτυακό στοίχημα και τα online καζίνο να καταλαμβάνουν πλέον σημαντικό μέρος της δραστηριότητας.
Ωστόσο, οι αριθμοί χρειάζονται προσεκτική ανάγνωση. Τα συνολικά ποσά που εμφανίζονται ως πονταρίσματα δεν ταυτίζονται με τις πραγματικές απώλειες των παικτών ή με τα καθαρά έσοδα των εταιρειών, επειδή τα ίδια χρήματα μπορούν να επαναποντάρονται πολλές φορές. Πολύ πιο χρήσιμος δείκτης είναι το ακαθάριστο έσοδο από τυχερά παιχνίδια, δηλαδή το ποσό που παραμένει στους παρόχους μετά την αφαίρεση των κερδών που επιστρέφονται στους παίκτες.
Πέρα από τη νόμιμη αγορά, παραμένει και το ζήτημα του παράνομου διαδικτυακού τζόγου, όπου η εποπτεία και η προστασία του παίκτη είναι ακόμη δυσκολότερες.
Η Ελλάδα και η Ευρώπη: Διαφορετικές ρυθμιστικές επιλογές
Δεν υπάρχει ένα ενιαίο «ευρωπαϊκό μοντέλο» αντιμετώπισης του τζόγου. Οι ευρωπαϊκές χώρες εφαρμόζουν διαφορετικούς βαθμούς περιορισμού, ελέγχου και προστασίας των παικτών.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, για παράδειγμα, έχουν θεσπιστεί έλεγχοι οικονομικής ευαλωτότητας για συγκεκριμένες περιπτώσεις και δοκιμάζονται στοχευμένες αξιολογήσεις οικονομικού κινδύνου. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, γενικευμένοι έλεγχοι εισοδήματος ή καθολικά «affordability checks» για όλους τους παίκτες, όπως συχνά παρουσιάζεται.
Η διεθνής συζήτηση μετακινείται όλο και περισσότερο από την απλή έννοια του «υπεύθυνου παίκτη» προς την ευθύνη της ίδιας της αγοράς και του ρυθμιστικού πλαισίου. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας προτείνει, μεταξύ άλλων, περιορισμούς στη διαφήμιση και στις χορηγίες, δεσμευτικά όρια απωλειών, αποτελεσματικούς μηχανισμούς αυτοαποκλεισμού και ισχυρή κρατική εποπτεία.
Η φύση της εξάρτησης
Ο εθισμός στον τζόγο δεν είναι ένδειξη «αδυναμίας χαρακτήρα» ούτε απλώς μια
κακή συνήθεια. Η διαταραχή τυχερών παιχνιδιών αναγνωρίζεται διεθνώς ως ψυχική διαταραχή και χαρακτηρίζεται από μειωμένο έλεγχο πάνω στο παιχνίδι, αυξανόμενη προτεραιότητα του τζόγου έναντι άλλων δραστηριοτήτων και συνέχιση της συμπεριφοράς παρά τις σοβαρές αρνητικές συνέπειες.
Οι επιπτώσεις μπορούν να είναι ιδιαίτερα βαριές: οικονομική καταστροφή, προβλήματα στις οικογενειακές και κοινωνικές σχέσεις, ψυχικές διαταραχές, κοινωνική απομόνωση και αυξημένος κίνδυνος αυτοκτονικής συμπεριφοράς.
Όταν ο άνθρωπος εγκλωβιστεί στον κύκλο της νίκης και της ήττας, το παιχνίδι μπορεί να πάψει να αποτελεί ψυχαγωγία και να μετατραπεί σε αγωνιώδη προσπάθεια να καλυφθούν οι προηγούμενες απώλειες — το γνωστό «να ρεφάρω».
Προς όφελος των πολιτών: Τι θα έπρεπε να γίνει;
Αν ο τζόγος αντιμετωπιστεί ως ζήτημα δημόσιας υγείας και όχι αποκλειστικά ως νόμιμη εμπορική δραστηριότητα, τότε απαιτούνται πολύ αυστηρότερα μέτρα προστασίας.
- Δραστικός περιορισμός της διαφήμισης και των χορηγιών τζόγου: Η συνεχής σύνδεση του στοιχήματος με τον αθλητισμό και την ψυχαγωγία κανονικοποιεί μια δραστηριότητα που ενέχει πραγματικούς κινδύνους εξάρτησης.
- Δεσμευτικά όρια απωλειών και αποτελεσματικός αυτοαποκλεισμός: Οι μηχανισμοί προστασίας δεν μπορεί να εξαρτώνται αποκλειστικά από την αυτοπειθαρχία ενός ανθρώπου που ήδη βρίσκεται σε διαδικασία εξάρτησης.
- Ενίσχυση των δημόσιων δομών ψυχικής υγείας: Χρειάζονται εξειδικευμένες και δωρεάν υπηρεσίες όχι μόνο για τους ίδιους τους εξαρτημένους, αλλά και για τις οικογένειές τους.
- Πρόληψη και ενημέρωση στα σχολεία: Οι νέοι πρέπει να γνωρίζουν πώς λειτουργούν οι μηχανισμοί του στοιχήματος, ποιες είναι οι πραγματικές πιθανότητες κέρδους και πόσο εύκολα η ψυχαγωγία μπορεί να μετατραπεί σε εξάρτηση.
Συμπέρασμα
Η εξάρτηση από τον τζόγο αποτελεί σοβαρό ζήτημα δημόσιας υγείας. Και όσο η κοινωνία βομβαρδίζεται με το μήνυμα «παίξε», την ίδια στιγμή που τα οικονομικά οφέλη από τη βιομηχανία του τζόγου είναι τεράστια, η πολιτεία βρίσκεται μπροστά σε μια αντίφαση που δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από το σύνθημα «παίξε υπεύθυνα».
Δεν αρκεί να ζητάς από τον πολίτη να ελέγξει μόνος του μια εξάρτηση, όταν γύρω του έχει στηθεί ένας ολόκληρος μηχανισμός που τον καλεί καθημερινά να παίξει ξανά.
Πηγές και χρήσιμο υλικό
Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας – Gambling
UK Gambling Commission – Financial risk assessments pilot
UK Gambling Commission – Financial risk assessments: update
Επιτροπή Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων (ΕΕΕΠ)
Alfavita.gr – Συνέντευξη της Κατερίνας Μάτσα για τις σύγχρονες εξαρτήσεις και τον τζόγο


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου