Η διαφωνία υπήρξε ανέκαθεν ο πυρήνας της εξέλιξης, της δημοκρατίας και της κριτικής σκέψης. Ωστόσο, στην εποχή μας, μια πολιτισμένη διαφωνία —η περίφημη ικανότητα να «συμφωνούμε ότι διαφωνούμε» διατηρώντας τον αλληλοσεβασμό— μοιάζει όλο και δυσκολότερη. Στις οθόνες μας, στα social media, ακόμη και γύρω από το οικογενειακό τραπέζι, ο αντίλογος μετατρέπεται εύκολα σε επίθεση, η επιχειρηματολογία σε ισοπέδωση και ο διάλογος σε αρένα.
Γιατί όμως δυσκολευόμαστε τόσο να διαφωνήσουμε χωρίς να γίνουμε αντίπαλοι;
Όταν η άποψη γίνεται «εγώ»
Οι πολιτικές, κοινωνικές και θρησκευτικές πεποιθήσεις ήταν ανέκαθεν συνδεδεμένες με την ταυτότητα του ανθρώπου. Σήμερα όμως, μέσα σε έναν δημόσιο λόγο περισσότερο άμεσο και εκτεθειμένο, η άποψη συχνά γίνεται κομμάτι του ίδιου μας του «εγώ».
Όσο περισσότερο έχουμε επενδύσει την ταυτότητά μας σε μια πεποίθηση, τόσο δυσκολότερο γίνεται να εξετάσουμε ψύχραιμα το ενδεχόμενο ότι μπορεί να κάνουμε λάθος.
Και εδώ μπαίνει κάτι ακόμη: η αυτοκριτική. Η ικανότητα να στρέψουμε για λίγο την κριτική προς τον ίδιο μας τον εαυτό, να αναρωτηθούμε «κι αν δεν έχω δίκιο;», μοιάζει να χάνει έδαφος μέσα σε μια εποχή όπου όλοι καλούμαστε διαρκώς να έχουμε άποψη για τα πάντα. Έτσι, η αλλαγή γνώμης αντιμετωπίζεται ως ήττα και η παραδοχή του λάθους ως αδυναμία.
Η «οικονομία της οργής» και τα social media
Οι σύγχρονες πλατφόρμες δεν είναι σχεδιασμένες για να αναζητούν την αλήθεια ή να συνθέτουν απόψεις. Είναι σχεδιασμένες κυρίως για να μεγιστοποιούν την προσοχή και την αλληλεπίδραση.
Η οργή, η αγανάκτηση και ο εξευτελισμός του «αντιπάλου» μπορούν να προκαλέσουν πολύ μεγαλύτερη αντίδραση από μια ψύχραιμη απάντηση. Παράλληλα, οι αλγόριθμοι ευνοούν τη δημιουργία ψηφιακών περιβαλλόντων όπου συναντάμε συχνότερα απόψεις κοντά στις δικές μας.
Έτσι, όταν τελικά βρεθούμε απέναντι σε μια εντελώς διαφορετική θέση, μπορεί να μας φαίνεται όχι απλώς λανθασμένη, αλλά σχεδόν αδιανόητη.
Από τη διαφωνία στην ηθική καταδίκη
Ο δημόσιος λόγος γίνεται συχνά εξαιρετικά δυαδικός: ή είσαι μαζί μας ή είσαι εναντίον μας.
Και κάπου εκεί χάνεται η απόχρωση. Άλλο να θεωρώ μια άποψη λανθασμένη και άλλο να θεωρώ ότι όποιος την εκφράζει είναι αυτομάτως κακός, ανήθικος ή ανάξιος να ακουστεί.
Όταν κάθε διαφωνία μετατρέπεται σε ηθική καταδίκη του ανθρώπου, ο διάλογος τελειώνει πριν καν αρχίσει.
Η ασφάλεια της οθόνης
Η φυσική επικοινωνία έχει τόνο φωνής, εκφράσεις προσώπου, παύσεις και γλώσσα του σώματος. Πίσω από μια οθόνη όλα αυτά χάνονται.
Είναι πολύ ευκολότερο να χαρακτηρίσεις κάποιον «ηλίθιο» ή «προδότη» γράφοντας ένα σχόλιο παρά καθισμένος απέναντί του σε έναν καφέ. Η ψηφιακή απόσταση κάνει ευκολότερο να ξεχνάμε ότι πίσω από ένα username βρίσκεται ένας πραγματικός άνθρωπος.
Θέλουμε να μάθουμε ή να κερδίσουμε;
Ίσως εδώ βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα. Συχνά μπαίνουμε σε μια συζήτηση όχι για να ακούσουμε, αλλά για να κερδίσουμε.
Δεν ακούμε πραγματικά το επιχείρημα του άλλου. Περιμένουμε απλώς να τελειώσει για να απαντήσουμε.
Δεν έχουμε μάθει αρκετά να υπερασπιζόμαστε μια θέση ακούγοντας ταυτόχρονα την αντίθετη, να αναγνωρίζουμε το ισχυρό σημείο της και —το δυσκολότερο— να παραδεχόμαστε ότι κάπου μπορεί να έχει δίκιο ο άλλος.
Κι όμως, αν κάποιος μας παρουσιάσει ένα καλύτερο επιχείρημα και μας κάνει να αναθεωρήσουμε, δεν έχουμε χάσει τη συζήτηση. Μπορεί να έχουμε κερδίσει κάτι σημαντικότερο.
Να ξαναμάθουμε να διαφωνούμε
Πολιτισμένη διαφωνία δεν σημαίνει υποχώρηση, ούτε ότι όλες οι απόψεις είναι εξίσου σωστές. Σημαίνει ότι μπορούμε να συγκρουστούμε πάνω στις ιδέες χωρίς να χρειάζεται να εξοντώσουμε εκείνον που τις εκφράζει.
Να μπορούμε να ρωτήσουμε «γιατί το βλέπεις έτσι;» πριν αποφασίσουμε ότι γνωρίζουμε ήδη την απάντηση.
Και ίσως το δυσκολότερο απ' όλα είναι να ξαναδεχτούμε κάτι που έχουμε σχεδόν ξεχάσει: ότι μπορεί να έχουμε δίκιο σε πολλά και ο άλλος να έχει δίκιο σε κάτι. Ότι μπορούμε να αλλάξουμε γνώμη χωρίς να έχουμε ηττηθεί.
Γιατί μια κοινωνία στην οποία κανείς δεν ακούει κανέναν δεν έχει πραγματικό διάλογο. Έχει απλώς ανθρώπους που περιμένουν τη σειρά τους για να μιλήσουν.


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου